λαζαράκι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το λαζαράκι τα λαζαράκια
      γενική
    αιτιατική το λαζαράκι τα λαζαράκια
     κλητική λαζαράκι λαζαράκια
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λαζαράκι < Λάζαρος + υποκοριστικό επίθημα -άκι

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

λαζαράκι ουδέτερο

  • (λαογραφία) ειδικό ψωμάκι πλασμένο σε σχήμα ανθρώπου, που φτιάχνεται το Σάββατο του Λαζάρου
    Ακόμη, για την ψυχή του Λαζάρου, οι γυναίκες στη Σκύρο και την Κω ζύμωναν το πρωί του Σαββάτου ψωμάκια -τους «λαζάρηδες», τα «λαζαρούδια» ή και «λαζαράκια»- τα οποία ήταν πλασμένα σε σχήμα ανθρώπου και είχαν μέσα στην ζύμη τους μέλι ή καρύδια ή σταφίδες, ανάλογα με το προϊόν του κάθε τόπου. Σύμφωνα με το έθιμο, όποιος δεν έπλαθε τα «λαζαράκια» δεν θα χόρταινε ψωμί. Μάλιστα, στην Κω συνηθιζόταν οι αρραβωνιασμένες κοπέλες να φτιάχνουν ένα «λαζαράκι» σε μέγεθος βρέφους, το οποίο γέμιζαν με καλούδια για να το στείλουν στον αρραβωνιαστικό τους. (*)

Εναλλακτικές μορφές[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]