λαζαρέττο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική λαζαρέττο λαζαρέττα
γενική λαζαρέττου λαζαρέττων
αιτιατική λαζαρέττο λαζαρέττα
κλητική λαζαρέττο λαζαρέττα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λαζαρέττο < ιταλική lazzaretto < μεσαιωνική λατινική Lazarus < ελληνιστική κοινή Λάζαρος < εβραϊκή, אלעזר (=ο θεός βοηθός) < אל (θεός) + עזר (βοηθός)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

λαζαρέττο ουδέτερο