λαζαρικό

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική λαζαρικό λαζαρικά
γενική λαζαρικού λαζαρικών
αιτιατική λαζαρικό λαζαρικά
κλητική λαζαρικό λαζαρικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λαζαρικό < Λάζαρος + -ικό < ελληνιστική κοινή Λάζαρος < εβραϊκή אלעזר (=ο θεός βοηθός) < אל (θεός) + עזר (βοηθός)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

λαζαρικό ουδέτερο

  1. (λαογραφία) τραγούδι που τραγουδιέται το Σάββατο του Λαζάρου ή την παραμονή
    Είναι αυτό που είδε κι έμαθε ο πιο γνωστός «αγγελιοφόρος» από τον Κάτω Κόσμο, ο τετραήμερος Λάζαρος, που, σύμφωνα με ένα κυπριακό «λαζαρικό», «ποτέ του δεν εγέλασε», γιατί «είδε την Κόλαση αυτός, / είδε και τον Παράδεισο». (*)
  2. (λαογραφία) (πληθυντικός) λαζαρικά: το σύνολο των εθίμων των σχετικών με το Σάββατο του Λαζάρου
    Τα έθιμα σχετικά με την Ανάσταση του Λαζάρου λέγονται «λαζαρικά» και από τόπο σε τόπο έχουν πολλές παραλλαγές. (*)

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]