λαθρέμπορος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ο | λαθρέμπορος | οι | λαθρέμποροι |
| γενική | του | λαθρέμπορου & λαθρεμπόρου |
των | λαθρέμπορων & λαθρεμπόρων |
| αιτιατική | τον | λαθρέμπορο | τους | λαθρέμπορους & λαθρεμπόρους |
| κλητική | λαθρέμπορε | λαθρέμποροι | ||
| Οι δεύτεροι τύποι, παλιότεροι, λόγιοι. Συγκρίνετε την κλίση του λαδέμπορας. | ||||
| Κατηγορία όπως «καρδινάλιος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /laˈθɾem.bo.ɾos/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : λα‐θρέ‐μπο‐ρος
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]λαθρέμπορος αρσενικό ή θηλυκό
- που διεξάγει λαθρεμπόριο (παράνομο εμπόριο), που εισάγει προϊόντα σε μια χώρα λαθραία
- ※ Αμέσως μου 'πιασε κουβέντα πως ήταν αρωματοποιός και πως είχε κάνει συνθέσεις δικές του, αλλ' ότι το μεγάλο εμπόριο αρωμάτων τον κατέστρεψε κι έτσι τον έπιασαν για λαθρέμπορο οινοπνεύματος. (Γιάννης Μανούσακας, Το χρονικό ενός αγώνα, τόμος 1, 1986, σελ. 129)
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]- λαθρέμπορας (προφορικό)
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] λαθρέμπορος
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'καρδινάλιος' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα λαθρ- (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -έμπορος (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)