λαθρεμπόριον
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- λαθρεμπόριον (μαρτυρείται από το 1809) [1] → και δείτε τη λέξη λαθρεμπόριο
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]λαθρεμπόριον, -ου ουδέτερο
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ λαθρεμπόριον, σελ.590, Τόμος Β΄ - Κουμανούδης, Στέφανος Αθ. (1900) Συναγωγή νέων λέξεων υπό των λογίων πλασθεισών από της Αλώσεως μέχρι των καθ’ ημάς χρόνων. Τόμοι: 2 (Εισαγωγή,@anemi). Εν Αθήναις: Τύποις Π. Δ. Σακελλαρίου