λαθρογαμία
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- λαθρογαμία < → λείπει η ετυμολογία
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]λαθρογαμία θηλυκό
- (λόγ.) η μοιχεία
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] λαθρογαμία
|
|