Μετάβαση στο περιεχόμενο

λαθρογαμία

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η λαθρογαμία οι λαθρογαμίες
      γενική της λαθρογαμίας των λαθρογαμιών
    αιτιατική τη λαθρογαμία τις λαθρογαμίες
     κλητική λαθρογαμία λαθρογαμίες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
λαθρογαμία < λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

λαθρογαμία θηλυκό

  • (λόγ.) η μοιχεία

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]