λαθροθηρία
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- λαθροθηρία < λαθροθήρας < λαθρο- -θηρία (θήρα)
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]λαθροθηρία θηλυκό
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] λαθροθηρία