λαθρόβιος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]λαθρόβιος, -α, -ο
- που ζει χωρίς να γίνεται αντιληπτός από τους άλλους, που ζει και ενεργεί κρυφά
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] λαθρόβιος
|
|