λαιμά

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός     2ος πληθυντικός  
αρσενικό αρσενικό ουδέτερο
ονομαστική ο λαιμός οι λαιμοί τα λαιμά
      γενική του λαιμού των λαιμών των λαιμών
    αιτιατική τον λαιμό τους λαιμούς τα λαιμά
     κλητική λαιμέ λαιμοί λαιμά
Ο δεύτερος πληθυντικός, σε οικείο ύφος.
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λαιμά < δεύτερος πληθυντικός του λαιμός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

λαιμά ουδέτερο στον πληθυντικό

Εναλλακτικές μορφές[επεξεργασία]