λακές

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης: λάκες, λαϊκές

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική λακές λακέδες
γενική λακέ λακέδων
αιτιατική λακέ λακέδες
κλητική λακέ λακέδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λακές < γαλλική laquais

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /la.ˈcɛs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

λακές αρσενικό

  1. υπηρέτης που φορά στολή
    Ήταν κάποτε ένας ηγεμόνας που τον έτρεμαν όλοι.(...) Μπήκε ένα πρωί, τη συνήθη ώρα, ο αρχιλακές στο υπνοδωμάτιο του ηγεμόνα, αλλά τον βρήκε στο κρεβάτι ασάλευτο, αμίλητο, προπαντός να μη ροχαλίζει και πονηρεύτηκε. (...) Αναζήτησε λοιπόν ο λακές τον δεύτερο στην ιεραρχία γιατρό, ο οποίος βρέθηκε, ήρθε, εξέτασε και αποφάνθηκε: «Νεκρός.» (*)
  2. (μεταφορικά) που φέρεται με δουλοπρέπεια, σαν να είναι υπηρέτης
    συνώνυμα: δουλοπρεπής
    Και αυτό, γιατί πολλοί θεωρούν ότι η Γαλλία έγινε ο λακές του Ομπάμα, ούσα στο περιθώριο των σκληρών διαπραγματεύσεων σχετικά με την επέμβαση. (*)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]