λακτόζη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός      
ονομαστική η λακτόζη
      γενική της λακτόζης
    αιτιατική τη λακτόζη
     κλητική λακτόζη
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λακτόζη < lactose < saccharum lactis (lactis, γενική το lac το γάλα στα λατινικά)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

λακτόζη ουδέτερο


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]