λακωνίζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Νέα ελληνικά (el)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

λακωνίζω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή λακωνίζω[1] (με σημασία άλλη από την αρχαία)

Ρήμα[επεξεργασία]

λακωνίζω

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

λακωνίζω < λείπει η ετυμολογία

Ρήμα[επεξεργασία]

λακωνίζω

  1. φέρομαι όπως οι Λάκωνες, μιμούμαι τους τρόπους ή το ντύσιμό τους
  2. υποστηρίζω τους Λακεδαιμόνιους, συντάσσομαι με τα συμφέροντα της (αρχαίας) Σπάρτης
  3. είμαι παιδεραστής
     συνώνυμα: παιδεραστῶ

Κλίση[επεξεργασία]

Πηγές[επεξεργασία]