λαλές

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική λαλές λαλέδες
γενική λαλέ λαλέδων
αιτιατική λαλέ λαλέδες
κλητική λαλέ λαλέδες

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /la.ˈlɛs/

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λαλές < τουρκική lale < περσική لاله (lāla, τουλίπα)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

λαλές αρσενικό

  1. (βοτανική) (πολίτικη διάλεκτος) βολβόριζο λουλούδι της άνοιξης, η τουλίπα
  2. (βοτανική) (κυπριακή διάλεκτος) λευκό, κόκκινο ή ιώδες (μωβ) αγριολούλουδο, η ανεμώνα
    Άρκεψαν να φκαίνουν οι λαλέδες.

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]