λαμπερός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική λαμπερός λαμπερή λαμπερό
γενική λαμπερού λαμπερής λαμπερού
αιτιατική λαμπερό λαμπερή λαμπερό
κλητική λαμπερέ λαμπερή λαμπερό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική λαμπεροί λαμπερές λαμπερά
γενική λαμπερών λαμπερών λαμπερών
αιτιατική λαμπερούς λαμπερές λαμπερά
κλητική λαμπεροί λαμπερές λαμπερά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λαμπερός < μεσαιωνική ελληνική λαμπερός < λάμπ(ω) + -ερός. Διαφορετικό το αρχαίο λαμπηρός (γλιτισασμένος)[1] Δείτε και λαμπρός

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /lam.bɛˈɾɔs/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

λαμπερός

  1. που λάμπει
    ο λαμπερός ήλιος
  2. (μεταφορικά) γεμάτος χαρά
    το πρόσωπό του ήταν λαμπερό
    ήταν ένας γάμος λαμπερός
  3. (μεταφορικά) που τραβάει το βλέμμα
    λαμπερή πολυτέλεια
    λαμπερός διαγωνισμός ομορφιάς

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book icon.png Αναφορές[επεξεργασία]

  1. λαμπερός στο Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής. (1998) του Ιδρύματος "Τριανταφυλλίδη". Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας.