λαμπυρίζω
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- λαμπυρίζω < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή λαμπυρίζω[1] < λαμπυρίς
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /lam.biˈɾi.zo/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : λα‐μπυ‐ρί‐ζω
Ρήμα
[επεξεργασία]λαμπυρίζω, αόρ.: λαμπύρισα (χωρίς παθητική φωνή)
- εκπέμπω λάμψεις
- ※ Κι ο σταυρός που λαμπυρίζει / στην ψηλή σου κορυφή, / είν' ο φάρος που φωτίζει / μιαν ελπίδα μας κρυφή. (Ιωάννης Πολέμης, Η σημαία)
- ※ στον αχυρώνα, βολοκόποι, σβάρνες, δρεπάνια και κόσκινα ορθώνονταν απειλητικά μπροστά μου και πιο κάτω, δεμένα στο παχνί τους που έπιανε όλο το μήκος της αποθήκης, κέρατα και αναμαλλιασμένα μουσούδια και υγρά μάτια λαμπύριζαν στο φως της λάμπας. (Πάτρικ Λη Φέρμορ, Η εποχή της δωρεάς, εκδ. Μεταίχμιο, 2020)
- ≈ συνώνυμα: τρεμοφέγγω
Συγγενικά
[επεξεργασία]→ και δείτε τη λέξη λάμπω
Κλίση
[επεξεργασία] Ενεργητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | λαμπυρίζω | λαμπύριζα | θα λαμπυρίζω | να λαμπυρίζω | λαμπυρίζοντας | |
| β' ενικ. | λαμπυρίζεις | λαμπύριζες | θα λαμπυρίζεις | να λαμπυρίζεις | λαμπύριζε | |
| γ' ενικ. | λαμπυρίζει | λαμπύριζε | θα λαμπυρίζει | να λαμπυρίζει | ||
| α' πληθ. | λαμπυρίζουμε | λαμπυρίζαμε | θα λαμπυρίζουμε | να λαμπυρίζουμε | ||
| β' πληθ. | λαμπυρίζετε | λαμπυρίζατε | θα λαμπυρίζετε | να λαμπυρίζετε | λαμπυρίζετε | |
| γ' πληθ. | λαμπυρίζουν(ε) | λαμπύριζαν λαμπυρίζαν(ε) |
θα λαμπυρίζουν(ε) | να λαμπυρίζουν(ε) | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | λαμπύρισα | θα λαμπυρίσω | να λαμπυρίσω | λαμπυρίσει | ||
| β' ενικ. | λαμπύρισες | θα λαμπυρίσεις | να λαμπυρίσεις | λαμπύρισε | ||
| γ' ενικ. | λαμπύρισε | θα λαμπυρίσει | να λαμπυρίσει | |||
| α' πληθ. | λαμπυρίσαμε | θα λαμπυρίσουμε | να λαμπυρίσουμε | |||
| β' πληθ. | λαμπυρίσατε | θα λαμπυρίσετε | να λαμπυρίσετε | λαμπυρίστε | ||
| γ' πληθ. | λαμπύρισαν λαμπυρίσαν(ε) |
θα λαμπυρίσουν(ε) | να λαμπυρίσουν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | |
| α' ενικ. | έχω λαμπυρίσει | είχα λαμπυρίσει | θα έχω λαμπυρίσει | να έχω λαμπυρίσει | ||
| β' ενικ. | έχεις λαμπυρίσει | είχες λαμπυρίσει | θα έχεις λαμπυρίσει | να έχεις λαμπυρίσει | ||
| γ' ενικ. | έχει λαμπυρίσει | είχε λαμπυρίσει | θα έχει λαμπυρίσει | να έχει λαμπυρίσει | ||
| α' πληθ. | έχουμε λαμπυρίσει | είχαμε λαμπυρίσει | θα έχουμε λαμπυρίσει | να έχουμε λαμπυρίσει | ||
| β' πληθ. | έχετε λαμπυρίσει | είχατε λαμπυρίσει | θα έχετε λαμπυρίσει | να έχετε λαμπυρίσει | ||
| γ' πληθ. | έχουν λαμπυρίσει | είχαν λαμπυρίσει | θα έχουν λαμπυρίσει | να έχουν λαμπυρίσει |
| |
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ λαμπυρίζω - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- λαμπυρίζω < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή λαμπυρίζω < λαμπυρίς
Ρήμα
[επεξεργασία]λαμπυρίζω
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- λαμπυρίζω - Επιτομή του Λεξικού ⌘ Κριαρά της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας (1100-1669). Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, [μονοτονικό σύστημα].
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- λαμπυρίζω (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική grc + -ίζω
Ρήμα
[επεξεργασία]λαμπυρίζω
Συγγενικά
[επεξεργασία]→ και δείτε τη λέξη λάμπω
Πηγές
[επεξεργασία]- λαμπυρίζω - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Κληρονομημένες λέξεις από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ρήματα (νέα ελληνικά)
- Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ρήματα χωρίς παθητική φωνή (νέα ελληνικά)
- Ρήματα χωρίς μετοχή παθητικού παρακειμένου (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα ποίησης (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από την ελληνιστική κοινή (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Μεσαιωνικά ελληνικά
- Ρήματα (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Ρηματικές φωνές (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (ελληνιστική κοινή)
- Δημιουργία λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (ελληνιστική κοινή)
- Λέξεις με επίθημα -ίζω (ελληνιστική κοινή)
- Ελληνιστική κοινή
- Ρήματα (ελληνιστική κοινή)
- Ρηματικές φωνές (ελληνιστική κοινή)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)