λαναράς
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ο | λαναράς | οι | λαναράδες |
| γενική | του | λαναρά | των | λαναράδων |
| αιτιατική | τον | λαναρά | τους | λαναράδες |
| κλητική | λαναρά | λαναράδες | ||
| Κατηγορία όπως «ψαράς» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]λαναράς αρσενικό
- (επάγγελμα) αυτός που επεξεργάζεται (ξαίνει) το μαλλί ή το βαμβάκι με τη λανάρα, για να το ετοιμάσει για το κλώσιμο
- (επάγγελμα) αυτός που κατασκευάζει λανάρες
Συγγενικά
[επεξεργασία]- Λαναράς (επώνυμο)