λανθασμένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική λανθασμένος λανθασμένη λανθασμένο
γενική λανθασμένου λανθασμένης λανθασμένου
αιτιατική λανθασμένο λανθασμένη λανθασμένο
κλητική λανθασμένε λανθασμένη λανθασμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική λανθασμένοι λανθασμένες λανθασμένα
γενική λανθασμένων λανθασμένων λανθασμένων
αιτιατική λανθασμένους λανθασμένες λανθασμένα
κλητική λανθασμένοι λανθασμένες λανθασμένα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λανθασμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος λανθάνω ((μεταφραστικό δάνειο) ελληνική λαθεμένος)

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

λανθασμένος -η -ο

  • που είναι λάθος, δεν είναι σωστός
    έδωσε δύο λανθασμένες απαντήσεις και κόπηκε στις εξετάσεις για την άδεια οδήγησης

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]