λανθασμένος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική λανθασμένος λανθασμένη λανθασμένο
γενική λανθασμένου λανθασμένης λανθασμένου
αιτιατική λανθασμένο λανθασμένη λανθασμένο
κλητική λανθασμένε λανθασμένη λανθασμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική λανθασμένοι λανθασμένες λανθασμένα
γενική λανθασμένων λανθασμένων λανθασμένων
αιτιατική λανθασμένους λανθασμένες λανθασμένα
κλητική λανθασμένοι λανθασμένες λανθασμένα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λανθασμένος < από τον παθητικό παρακείμενο του ρήματος λανθάνω

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

λανθασμένος -η -ο

έδωσε δύο λανθασμένες απαντήσεις και κόπηκε στις εξετάσεις για την άδεια οδήγησης

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]