Μετάβαση στο περιεχόμενο

λαξεύω

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
λαξεύω < (ελληνιστική κοινή) λαξεύω

λαξεύω

  • αφαιρώ με ειδικά εργαλεία τμήματα από έναν όγκο σκληρού υλικού, ξύλου ή πέτρας, με σκοπό να σχηματιστεί ένα χρηστικό αντικείμενο ή ένα γλυπτό
      έδιναν χονδρικά το επιθυμητό σχήμα, στη συνέχεια λάξευαν, «έσκαβαν», το εσωτερικό χρησιμοποιώντας στις παλαιότερες εποχές απλό ξύλινο τρυπάνι - το λεγόμενο γαλλικό τρυπάνι - και αργότερα το πιο εξελιγμένο τοξοτρύπανο ή δοξάρι, μαζί μ' ένα τραχύ υλικό που αυτό ουσιαστικά έκοβε την πέτρα και ήταν άμμος ή συνήθως σμύρις. (Ντόρα Βασιλικού, Ο μυκηναϊκός πολιτισμός, Βιβλιοθήκη της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας, 1995, σελ. 40)

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]