λαογράφος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- λαογράφος < → λείπει η ετυμολογία
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]λαογράφος αρσενικό ή θηλυκό
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] λαογράφος