λαργκέτο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λαργκέτο < ιταλική larghetto, υποκοριστικό του largo

Open book 01.svg Επίρρημα[επεξεργασία]

λαργκέτο

  1. (μουσική) (ένδειξη του τρόπου παιξίματος ενός μουσικού κομματιού) λίγο πιο γρήγορα από την ένδειξη λάργκο

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]