λαρυγγικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική λαρυγγικός λαρυγγική λαρυγγικό
γενική λαρυγγικού λαρυγγικής λαρυγγικού
αιτιατική λαρυγγικό λαρυγγική λαρυγγικό
κλητική λαρυγγικέ λαρυγγική λαρυγγικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική λαρυγγικοί λαρυγγικές λαρυγγικά
γενική λαρυγγικών λαρυγγικών λαρυγγικών
αιτιατική λαρυγγικούς λαρυγγικές λαρυγγικά
κλητική λαρυγγικοί λαρυγγικές λαρυγγικά


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λαρυγγικός < λάρυγγας

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /la.ɾiŋ.ɟi.ˈkɔs/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

λαρυγγικός

  1. που αναφέρεται στο λάρυγγα
  2. (για φθόγγο) που σχηματίζεται βαθιά στο λάρυγγα, τραχύς

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]