λαρύγγι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική λαρύγγι λαρύγγια
γενική λαρυγγιού λαρυγγιών
αιτιατική λαρύγγι λαρύγγια
κλητική λαρύγγι λαρύγγια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λαρύγγι < ελληνιστική κοινή λαρύγγιον < αρχαία ελληνική λάρυγξ + κατάληξη υποκοριστικού -ιον

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

λαρύγγι ουδέτερο

  1. ο λάρυγγας
    του στάθηκε το φαγητό στο λαρύγγι
  2. η εξωτερική επιφάνεια του λαιμού, στο ύψος περίπου των φωνητικών χορδών
    τον έπιασε από το λαρύγγι

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]