Μετάβαση στο περιεχόμενο

λασούμενον

Από Βικιλεξικό

Ποντιακά (pnt)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
λασούμενον < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο της μετοχής λασούμενος < ποντιακή λάσκουμαι

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

λασούμενον ουδέτερο

  • Μιλτιάδης Ι. Κηρυκόπουλος, Λεξικό της Ποντιακής διαλέκτου, ειδικά το ιδίωμα Χαλδίας-Τραπεζούντας-Ματσούκας, Αθήνα, 2014
  • λασούμενον @linguapontica.gr