λασπομάχος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]λασπομάχος αρσενικό
- αυτός που συμμετέχει σε λασπομαχία
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] λασπομάχος
|
|
λασπομάχος αρσενικό
|
|