λασπώνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

λασπώνω < λάσπη + -ώνω

Ρήμα[επεξεργασία]

λασπώνω, πρτ.: λάσπωνα, στ.μέλλ.: θα λασπώσω, αόρ.: λάσπωσα, παθ.φωνή: λασπώνομαι, μτχ.π.π.: λασπωμένος

  1. γεμίζωλερώνω) με λάσπες
    πού λάσπωσες τα παπούτσια σου;
  2. ηθική κηλίδωση/σπίλωση
  3. (στη μαγειρική) για συνήθως ζυμαρικά που κολλάνε μεταξύ τους λόγω μη ανακατέματος.
    ανακάτεψε τα μακαρόνια για να μην λασπώσουν.


Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]