λαστιχένιος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λαστιχένιος < λάστιχο + -ένιος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /la.sti.ˈçɛ.ŋɔs/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

λαστιχένιος, -ια, -ιο

  1. που είναι φτιαγμένος από λάστιχο
  2. που είναι ευλύγιστος σαν το λάστιχο
    το λαστιχένιο κορμί του ακροβάτη

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]