λατέρνα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική λατέρνα λατέρνες
γενική λατέρνας λατερνών
αιτιατική λατέρνα λατέρνες
κλητική λατέρνα λατέρνες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λατέρνα < τουρκική laterna < ιταλικά lanterna (=φάρος, φανάρι[1]) < λατινικά lanterna και laterna

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

λατέρνα θηλυκό

  1. (μουσικά όργανα) μηχανικό μουσικό λαϊκό όργανο, κρουστό, φορητό· o πλανόδιος μουσικός γυρίζει ένα στρόφαλο κι έτσι περιστρέφεται ένας κύλινδρος με καρφωμένα στην επιφάνειά του καρφιά, τα οποία κρούουν τις χορδές
  2. (μεταφορικά) παραφορτωμένο ή παράταιρο ντύσιμο
    πώς βγαίνεις ετσι έξω, ντυμένη σαν λατέρνα;

Nuvola apps kalzium.png Ταυτόσημο[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Υποσημειώσεις[επεξεργασία]

  1. οδοντωτός κυλινδρικός τροχός σε σχήμα φαναριού