λατρευτικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική λατρευτικός λατρευτική λατρευτικό
γενική λατρευτικού λατρευτικής λατρευτικού
αιτιατική λατρευτικό λατρευτική λατρευτικό
κλητική λατρευτικέ λατρευτική λατρευτικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική λατρευτικοί λατρευτικές λατρευτικά
γενική λατρευτικών λατρευτικών λατρευτικών
αιτιατική λατρευτικούς λατρευτικές λατρευτικά
κλητική λατρευτικοί λατρευτικές λατρευτικά


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λατρευτικός < ελληνιστική κοινή λατρευτικός

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

λατρευτικός -ή -ό

  • που έχει σχέση με τη λατρεία θεοτήτων και θείων μεταφυσικών δυνάμεων ή χρησιμοποιείται σε τελετουργία
λατρευτικά σκεύη

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]