λατρευτός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λατρευτός < ελληνιστική κοινή < λατρεύω + -τός

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

λατρευτός, -ή, -ό

  1. που τον λατρεύουν, τον αγαπούν πολύ

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]