Μετάβαση στο περιεχόμενο

λατύπη

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η λατύπη οι λατύπες
      γενική της λατύπης των λατυπών
    αιτιατική τη λατύπη τις λατύπες
     κλητική λατύπη λατύπες
Κατηγορία όπως «νίκη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
λατύπη < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική λατύπη [1]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /laˈti.pi/
τυπογραφικός συλλαβισμός: λατύπη

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

λατύπη θηλυκό

  1. μικρό κομμάτι πέτρας που αποκόπηκε κατά την εξόρυξη ή κατά τη λάξευση ενός πέτρινου όγκου
  2. αιχμηρό κομμάτι πετρώματος

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
λᾱτῠπα-
ονομαστική λατύπη αἱ λατύπαι
      γενική τῆς λατύπης τῶν λατυπῶν
      δοτική τῇ λατύπ ταῖς λατύπαις
    αιτιατική τὴν λατύπην τὰς λατύπᾱς
     κλητική ! λατύπη λατύπαι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  λατύπ
γεν-δοτ τοῖν  λατύπαιν
Το φωνήεν της παραλήγουσας είναι βραχύ.
1η κλίση, ομάδα 'γνώμη', Κατηγορία 'δίκη' όπως «βελόνη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
λατύπη < λάτυπος (λιθοξόος) < λα- λᾶας (πέτρα) +‎ -τυπ(ος) (θέμα όπως στο τύπτω)[1] +

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

λατύπη, -ης θηλυκό

  1. τρίμματα πέτρας που απομένουν μετά την πελέκηση ή τη λάξευση, χαλίκι
      4ος πκε αιώνας, Μαρμάρινη επιγραφή από την Αττική. IG II² 244, col. II, στίχ. 82 (80-83) @epigraphy.packhum.org
    ποιῶν τὰ μέτωπα τῶν κλιμακτήρω[ν]
    λεῖα καὶ ὀρθὰ καὶ ἐξαμησάμενο<ς> [τ]-
    ὴν λατύπην τὴν ἐγκεχωμένην ἐκ τ[ο͂]
    στρογγύλο πύργο ἅπασαν,
      1ος πκε/κε αιώνας Στράβων, Γεωγραφικά, 17.1, 34 @perseus.tufts.edu @wikisource
    ἐκ γὰρ τῆς λατύπης σωροί τινες πρὸ τῶν πυραμίδων κεῖνται·
  2. γύψος, ασβέστης

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.