λαφαζανιά

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική λαφαζανιά λαφαζανιές
γενική λαφαζανιάς λαφαζανιών
αιτιατική λαφαζανιά λαφαζανιές
κλητική λαφαζανιά λαφαζανιές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λαφαζανιά < τουρκική lafazan < περσική لافزن (lāf-zan)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

λαφαζανιά (κυπριακή διάλεκτος) θηλυκό

  1. η υπερβολή, σαχλαμάρα
  2. εξωπραγματικό γεγονός που παρουσιάζει κάποιος ως πραγματικότητα, για να εντυπωσιάσει

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]