λαφόπουλο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική λαφόπουλο λαφόπουλα
γενική λαφόπουλου λαφόπουλων
αιτιατική λαφόπουλο λαφόπουλα
κλητική λαφόπουλο λαφόπουλα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λαφόπουλο < μεσαιωνική ελληνική ελαφόπουλο(ν) / λαφόπουλο(ν) < ελάφι + -όπουλο(ν) < ελληνιστική κοινή ἐλάφιον < αρχαία ελληνική ἔλαφος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

λαφόπουλο ουδέτερο

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]