Μετάβαση στο περιεχόμενο

λαχανόκηπος

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης : Λαχανόκηπος

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο λαχανόκηπος οι λαχανόκηποι
      γενική του λαχανόκηπου των λαχανόκηπων
    αιτιατική τον λαχανόκηπο τους λαχανόκηπους
     κλητική λαχανόκηπε λαχανόκηποι
Κατηγορία όπως «αντίλαλος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Ο λαχανόκηπος του βασιλιά, Βερσαλλίες

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
λαχανόκηπος < λαχανό- + -κηπος, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική jardin potager ή γερμανική Gemüse garten[1]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /la.xaˈno.ci.pos/
τυπογραφικός συλλαβισμός : λα‐χα‐νό‐κη‐πος

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

λαχανόκηπος αρσενικό

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]