λαχτάρα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η λαχτάρα οι λαχτάρες
      γενική της λαχτάρας
    αιτιατική τη λαχτάρα τις λαχτάρες
     κλητική λαχτάρα λαχτάρες
Η γενική πληθυντικού σε -ών δεν συνηθίζεται.
όπως «πείνα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

λαχτάρα < λαχταρίζω < λαχταρώ • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

λαχτάρα θηλυκό

έχω λαχτάρα να σε δω
  • πρόσωπο ή πράγμα που αποτελεί το αντικείμενο έντονης επιθυμίας
είσαι η λαχτάρα μου
περίμενε με λαχτάρα τα αποτελέσματα των εξετάσεων
  • ο μεγάλος φόβος, η ταραχή που ακολουθεί ένα ξαφνικό γεγονός
πέρασα μεγάλη λαχτάρα με την ασθένειά του

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]