Μετάβαση στο περιεχόμενο

λαχτάρα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η λαχτάρα οι λαχτάρες
      γενική της λαχτάρας
    αιτιατική τη λαχτάρα τις λαχτάρες
     κλητική λαχτάρα λαχτάρες
Η γενική πληθυντικού σε -ών δε συνηθίζεται.
Κατηγορία όπως «πείνα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
λαχτάρα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική λακτάρα, λαχτάρα < *λακτ- + -άρα κατά το τρομάρα [1]
Ή,[2] < επιρρηματικός αναδρομικός σχηματισμός για τη μεσαιωνική ελληνική λαχταρίζω / λαχταρῶ < αρχαία ελληνική λακτίζω (κλοτσάω)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

λαχτάρα θηλυκό

  1. η έντονη επιθυμία
    παράδειγμα  έχω λαχτάρα να σε δω
  2. το πρόσωπο ή πράγμα που αποτελεί το αντικείμενο έντονης επιθυμίας
    παράδειγμα  είσαι η λαχτάρα μου
  3. η αναμονή με συναισθηματική φόρτιση
    παράδειγμα  περίμενε με λαχτάρα τα αποτελέσματα των εξετάσεων
  4. ο μεγάλος φόβος, η ταραχή που ακολουθεί ένα ξαφνικό γεγονός
      Το σκοτάδι μας τύλιγε όλο και πιο απειλητικό. Ο αναπτήρας του Άρη μας έκανε λαχτάρες. Αρνιόταν να ξανανάψει. Ο τρόμος φούντωσε μέσα μας και κατατρόπωσε τις πολεμοχαρείς φαντασιώσεις μας. (Φρίξος Κολώτας, Ο εντιμότατος κύριος Θεοφύλακτος Γυπάρης, εκδ. Περίπλους, 2002, σελ. 113)

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. λαχτάρα - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
  2. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.



Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)

[επεξεργασία]

ζητούμενο λήμμα