λαχταριστός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

λαχταριστός < → λείπει η ετυμολογία

Επίθετο[επεξεργασία]

λαχταριστός, -ή, -ό

  1. που τον λαχταράμε, τον επιθυμούμε πολύ
    το φαγητό ήταν ζεστό ζεστό και λαχταριστό


Μεταφράσεις[επεξεργασία]