λαϊκή

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική λαϊκή λαϊκές
γενική λαϊκής λαϊκών
αιτιατική λαϊκή λαϊκές
κλητική λαϊκή λαϊκές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λαϊκή < ουσιαστικοποιημένο θηλυκό του επιθέτου: λαϊκός (λαϊκή αγορά)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

λαϊκή θηλυκό


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Κλιτή μορφή επιθέτου[επεξεργασία]

λαϊκή