λείπω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λείπω < αρχαία ελληνική λείπω < ινδοευρωπαϊκή *leykʷ- (λείπω)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈli.pɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

λείπω

  1. απουσιάζω, δεν είμαι σε κάποιο σημείο
    πάλι λείπει από το σπίτι του;
  2. με νοσταλγεί κάποιος
    μου λείπουν οι φίλοι μου

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • λίγο έλειψε (να): παραλίγο (να)
  • (αυτό/ κάτι) μας έλειπε (τώρα): λέγεται για κάτι ανεπιθύμητο
  • να (μου/μας) λείπει το βύσσινο: λέγεται για κάτι που δεν θέλουμε
  • (αυτό/αυτά) να σου λείπουν: λέγεται για να τονίσουμε ότι δεν θέλουμε από κάποιον να κάνει κάτι

παροιμίες[επεξεργασία]

  • «όλα τα είχε η Μαριορή ο φερετζές της έλλειπε»
  • «λείπει ο Μάρτης από τη Σαρακοστή;»

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λείπω < ινδοευρωπαϊκή *leykʷ- (λείπω)

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

λείπω

  1. (αμετάβατο) λείπω, απουσιάζω
  2. (μεταβατικό) εγκαταλείπω
  3. (μεταβατικό) αφήνω κληρονομιά
  4. (σε όρκο ή μαρτυρία) αρνούμαι, δεν δίνω