λείπω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λείπω < αρχαία ελληνική , αμετάβατο

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

λείπω

  1. απουσιάζω, αποδημώ, αφήνω, στερούμαι
  2. δεν βρίσκομαι σε έναν ορισμένο τόπο όπως ήταν αναμενόμενο, απουσιάζω
    πάλι λείπει από το σπίτι του;
  3. η απουσία μου γίνεται αισθητή σε κάποιον
    μου λείπουν οι φίλοι μου

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Έκφραση[επεξεργασία]

  • «λείψε από το κεφάλι μου»
  • «του λείπουν» ή «του λείπει», τα μυαλά, ο νους

παροιμίες[επεξεργασία]

  • «όλα τα είχε η Μαριολή ο φερετζές της έλλειπε»
  • «λείπει ο Μάρτης από τη Σαρακοστή;»

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]