λείριον

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λείριον < αρχαία ελληνική λείριον (κρίνος ή νάρκισσος)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

λείριον ουδέτερο

  1. (βοτανική) ονομασία για διάφορα είδη κρίνου (π.χ. Lilium candidum)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική λείριον λείριω λείρια
Γενική λείριου λείριοιν λείριων
Δοτική λείρι λείριοιν λείριοις
Αιτιατική λείριον λείριω λείρια
Κλητική λείριον λείριω λείρια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λείριον < κοπτική (του Φαγιούμ) ϩⲗⲏⲣⲓ (hlēri), άλλη μορφή του ϩⲣⲏⲣⲉ (hrēre) < δημώδης αιγυπτιακά Demotic ḥrrj.png (ḥrrj) < αρχαία αιγυπτιακή
D2
D21
D21
X1
M2
(ḥrrt) «λουλούδι, άνθος».

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /lěː.ri.on/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

λείριον ουδέτερο

  1. (βοτανική) κρίνος