Μετάβαση στο περιεχόμενο

λεβάντα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η λεβάντα οι λεβάντες
      γενική της λεβάντας των λεβαντών
    αιτιατική τη λεβάντα τις λεβάντες
     κλητική λεβάντα λεβάντες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
λεβάντα < (άμεσο δάνειο) ιταλική lavanda
Αγριολεβάντα (το είδος Lavandula stoechas)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

λεβάντα θηλυκό

  1. (φυτό) θάμνος του γένους Lavandula (lavandula νεολατινικά)
  2. (βότανο) το άρωμα αυτού του φυτού
      Είχε κιόλας καταφθάσει κόσμος κι ο Κωσταντής ήταν μες στις φούριες. Φρεσκολουσμένος, με το τσιμπούκι του, κάτασπρο πουκάμισο, ναυτικό καπέλο και κολόνια λεβάντας που ευωδίαζε. (Ιωάννα Φραγκιά, Ο ράφτης του Ποσειδώνα, εκδ. Καστανιώτη, 2011)

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]