λεβητοποιός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]λεβητοποιός αρσενικό
Συνώνυμα
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] λεβητοποιός
|
|
λεβητοποιός αρσενικό
|
|