Μετάβαση στο περιεχόμενο

λεγάμενος

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο λεγάμενος η λεγάμενη το λεγάμενο
      γενική του λεγάμενου της λεγάμενης του λεγάμενου
    αιτιατική τον λεγάμενο τη λεγάμενη το λεγάμενο
     κλητική λεγάμενε λεγάμενη λεγάμενο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι λεγάμενοι οι λεγάμενες τα λεγάμενα
      γενική των λεγάμενων των λεγάμενων των λεγάμενων
    αιτιατική τους λεγάμενους τις λεγάμενες τα λεγάμενα
     κλητική λεγάμενοι λεγάμενες λεγάμενα
ομάδα 'εισαγόμενος', Κατηγορία όπως «εισαγόμενος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
λεγάμενος < από τον παθητικό παρακείμενο του ρήματος λέγω.

Μετοχή

[επεξεργασία]

λεγάμενος, -η, -ο

  1. ελαφρώς υποτιμητική αναφορά σε κάποιο πρόσωπο του οποίου το όνομα δεν αναφέρουμε
      ἕτερος ἀστυφύλακας μέ τό αὐτόματο σταμάτησε στήν ἐξώθυρα ἕνα ζευγαράκι, μελανούριλεγάμενη, καί ἀπαγορεύεται αὐστηρῶς τούς λέει ἐφόσονταυτότητα δηλώνει ἄλλη διεύθυνση (Αλέξανδρος Κοτζιάς, Αντιποίηση αρχής: μυθιστόρημα, εκδ. Κέδρος, 1979, σελ. 145)
      Καί γενικῶς μέν λέγεται τό ὁ λεγάμενος περί παντός προσώπου, τοῦ ὁποίου τό ὄνομα ἀποσιωπᾶται περιφρονητικῶς, εἰδικότερον δέ ὁ λεγάμενος, ἡ λεγάμενη, διά πρόσωπα φιλικῶς διακείμενα (Λεξικογραφικόν δελτίον, τόμοι 7-8, Ακαδημία Αθηνών, 1955, σελ. 104)
  2. αυτός με τον οποίο έχει ερωτική σχέση κάποια
    παράδειγμα  Και δε μας είπες, ρε παιδί μου, τι γίνεται με τον λεγάμενο;

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]