λεζάντα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | λεζάντα | οι | λεζάντες |
| γενική | της | λεζάντας | των | λεζαντών |
| αιτιατική | τη | λεζάντα | τις | λεζάντες |
| κλητική | λεζάντα | λεζάντες | ||
| Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- λεζάντα < (άμεσο δάνειο) γαλλική légende + -α[1] < εκκλησιαστική λατινική legenda (που πρέπει να διαβαστεί) < legendus, γερουνδιακό του ρήματος lego [2] < πρωτοϊταλική *legō < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *leǵ-
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /leˈzan.da/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : λε‐ζά‐ντα
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]λεζάντα θηλυκό
- μικρό κείμενο που συνοδεύει μια εικόνα, σε ένα σκίτσο, σε ένα γραφικό, σε μια φωτογραφία, ή σε ένα διάγραμμα και δίνει μια σύντομη περιγραφή του περιεχομένου των παραπάνω ή και την προέλευση της πηγής
- Το βλέμμα του καρφώνεται στην αφίσα .... Τρία ποτήρια με χρωματιστά υγρά και μια λεζάντα να διαφημίζει τους νέους, ασυναγώνιστους αντιοξειδωτικούς χυμούς του καταστήματος (Μαριαλένα Σεμιτέκολου, Ακουαρέλα, 2022)
- υπότιτλος, επεξήγηση
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ λεζάντα - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- ↑ ⌘ Δημητράκος, Δημήτριος Β. (1964) Μέγα λεξικὸν ὅλης τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης, 1930-1950. 2η έκδοση:1964. Αθήνα: Εκδόσεις: Δομή (15 τόμοι) & επανεκδόσεις, 1η έκδοση:1953 (9 τόμοι) Ελληνική Παιδεία.
Πηγές
[επεξεργασία]Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σοφία' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -α (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα εκκλησιαστικά λατινικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Τυπογραφία (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)