λεζάντα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el)

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η λεζάντα οι λεζάντες
      γενική της λεζάντας των λεζαντών
    αιτιατική τη λεζάντα τις λεζάντες
     κλητική λεζάντα λεζάντες
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

λεζάντα < γαλλική légende < λατινική legenda (που πρέπει να διαβαστεί) < legendus, γερουνδιακό του ρήματος lego < πρωτοϊταλικά *legō < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *leǵ-

Open book 01.svg Ουσιαστικό

λεζάντα θηλυκό

  • μικρό συνήθως κείμενο που συνοδεύει μια εικόνα, σε ένα σκίτσο, σε ένα γραφικό, σε μια φωτογραφία, ή σε ένα διάγραμμα και δίνει μια σύντομη περιγραφή του περιεχομένου των παραπάνω και μερικές φορές προσδιορίζει την προέλευση της πηγής

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις