Μετάβαση στο περιεχόμενο

λειτουργισμός

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο λειτουργισμός οι λειτουργισμοί
      γενική του λειτουργισμού των λειτουργισμών
    αιτιατική τον λειτουργισμό τους λειτουργισμούς
     κλητική λειτουργισμέ λειτουργισμοί
Κατηγορία όπως «ναός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
λειτουργισμός < λειτουργία + -ισμός (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική fonctionnalisme)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

λειτουργισμός αρσενικό

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]