λειτουργισμός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική λειτουργισμός λειτουργισμοί
γενική λειτουργισμού λειτουργισμών
αιτιατική λειτουργισμό λειτουργισμούς
κλητική λειτουργισμέ λειτουργισμοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λειτουργισμός < λειτουργία + -ισμός < αγγλικά: functionalism, γαλλικά: fonctionnalisme, γερμανικά: Funktionalismus, ιταλικά: funzionalismo || κεντροευρωπαϊκό νοηματικό (όχι λεκτικό) αντιδάνειο ελληνικών λεκτικών μελών

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

λειτουργισμός αρσενικό

  1. (πολιτική) πολιτική πεποίθηση σύμφωνα με την οποία αξιακή-ιεραρχική προτεραιότητα έχει το εφικτό γενικό καλό παρά η εμμονή σε ανέφικτο φαντασιακό δόγμα ή προσωπικά αρεστή ιδεολογία
  2. (φιλοσοφία) φιλοσοφική ταύτιση απόψεων περί εγκεφαλικής λειτουργίας με την πληροφορική και την νευροεπιστήμη, ακύρωση της έννοιας ψυχή ή μηχανιστικός-υλικός-αντιμεταφυσικός επαναπροσδιορισμός της
  3. (αρχιτεκτονική) δόγμα σύμφωνα με το οποίο η λειτουργικότητα προέχει της αισθητικής


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]