λεκάνη
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | λεκάνη | οι | λεκάνες |
| γενική | της | λεκάνης | των | λεκανών |
| αιτιατική | τη | λεκάνη | τις | λεκάνες |
| κλητική | λεκάνη | λεκάνες | ||
| Κατηγορία όπως «νίκη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||

Ετυμολογία
[επεξεργασία]- λεκάνη < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική λεκάνη
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /leˈka.ni/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : λε‐κά‐νη
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]λεκάνη θηλυκό
- ανοιχτό φαρδύ δοχείο με επίπεδη βάση από πλαστικό, μέταλλο ή ξύλο που χρησιμοποιείται για το άπλωμα των ρούχων, μεταφορά νερού, ζύμωμα και άλλες δουλειές του νοικοκυριού
- κεραμικό δοχείο προσαρμοσμένο στο έδαφος, για την ούρηση και την αφόδευση
- (ανατομία) μεγάλο σύνθετο οστό που αποτελείται από το ιερόν οστούν, τον κόκκυγα, τα δύο λαγόνια και τα δύο ισχιακά οστά· η διάταξη αυτή σχηματίζει μια μεγάλη κοιλότητα στη βάση του κορμού που κλείνει μπροστά στην ηβική σύμφυση και ενώνεται προς τα πάνω με τη σπονδυλική στήλη και προς τα κάτω με τους μηρούς
- βλέπε και πύελος
- (γεωγραφία) μεγάλη υπέργεια ή υποθαλάσσια έκταση που περιβάλλεται από υψώματα
λεκάνη απορροής
η λεκάνη της Μεσογείου
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] πλαστικό δοχείο πλύσης/πλυσίματος
|
δοχείο
η λεκάνη της τουαλέτας
ανατομία
Πηγές
[επεξεργασία]- λεκάνη - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- λεκάνη - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | |||
|---|---|---|---|---|---|
| λεκᾰνα- | |||||
| ονομαστική | ἡ | λεκάνη | αἱ | λεκάναι | |
| γενική | τῆς | λεκάνης | τῶν | λεκανῶν | |
| δοτική | τῇ | λεκάνῃ | ταῖς | λεκάναις | |
| αιτιατική | τὴν | λεκάνην | τὰς | λεκάνᾱς | |
| κλητική ὦ! | λεκάνη | λεκάναι | |||
| δυϊκός | |||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | λεκάνᾱ | |||
| γεν-δοτ | τοῖν | λεκάναιν | |||
| Το φωνήεν της παραλήγουσας είναι βραχύ. | |||||
| 1η κλίση, ομάδα 'γνώμη', Κατηγορία 'δίκη' όπως «βελόνη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | |||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]λεκάνη θηλυκό
Παράγωγα
[επεξεργασία]Σύνθετα
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ λεκάνη - Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.
Πηγές
[επεξεργασία]- λεκάνη - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- λεκάνη - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'νίκη' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ανατομία (νέα ελληνικά)
- Γεωγραφία (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά με κλίση της ομάδας 'γνώμη' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά με κλίση 'δίκη' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δίκη' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 1ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 1ης κλίσης θηλυκά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις παροξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -άνη (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Ουσιαστικά (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)

