Μετάβαση στο περιεχόμενο

λεκάνη

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η λεκάνη οι λεκάνες
      γενική της λεκάνης των λεκανών
    αιτιατική τη λεκάνη τις λεκάνες
     κλητική λεκάνη λεκάνες
Κατηγορία όπως «νίκη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
πλαστική λεκάνη
Τα οστά της λεκάνης: (1,4) λαγόνια οστά, (2) ιερόν οστούν, (5) κόκκυγας, (7) ισχιακό οστό, (8) ηβική σύμφυση, (9) άρθρωση με τους μηρούς.
λεκάνη τουαλέτας.

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
λεκάνη < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική λεκάνη

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /leˈka.ni/
τυπογραφικός συλλαβισμός: λεκάνη

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

λεκάνη θηλυκό

  1. ανοιχτό φαρδύ δοχείο με επίπεδη βάση από πλαστικό, μέταλλο ή ξύλο που χρησιμοποιείται για το άπλωμα των ρούχων, μεταφορά νερού, ζύμωμα και άλλες δουλειές του νοικοκυριού
  2. κεραμικό δοχείο προσαρμοσμένο στο έδαφος, για την ούρηση και την αφόδευση
  3. (ανατομία) μεγάλο σύνθετο οστό που αποτελείται από το ιερόν οστούν, τον κόκκυγα, τα δύο λαγόνια και τα δύο ισχιακά οστά· η διάταξη αυτή σχηματίζει μια μεγάλη κοιλότητα στη βάση του κορμού που κλείνει μπροστά στην ηβική σύμφυση και ενώνεται προς τα πάνω με τη σπονδυλική στήλη και προς τα κάτω με τους μηρούς
    βλέπε και πύελος
  4. (γεωγραφία) μεγάλη υπέργεια ή υποθαλάσσια έκταση που περιβάλλεται από υψώματα
    παράδειγμα  λεκάνη απορροής
    παράδειγμα  η λεκάνη της Μεσογείου

Υποκοριστικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
λεκᾰνα-
ονομαστική λεκάνη αἱ λεκάναι
      γενική τῆς λεκάνης τῶν λεκανῶν
      δοτική τῇ λεκάν ταῖς λεκάναις
    αιτιατική τὴν λεκάνην τὰς λεκάνᾱς
     κλητική ! λεκάνη λεκάναι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  λεκάν
γεν-δοτ τοῖν  λεκάναιν
Το φωνήεν της παραλήγουσας είναι βραχύ.
1η κλίση, ομάδα 'γνώμη', Κατηγορία 'δίκη' όπως «βελόνη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
λεκάνη < θέμα λεκ- (υπάρχει στο συνώνυμο λέκος (πιατέλα)) με αβέβαιη προέλευση + -άνη[1]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

λεκάνη θηλυκό

Παράγωγα

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. λεκάνη - Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.