λεκτικώς
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- λεκτικώς < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή λεκτικῶς. Συγχρονικά αναλύεται σε λεκτικ(ός) + -ώς.
Επίρρημα
[επεξεργασία]λεκτικώς
Πηγές
[επεξεργασία]- λεκτικός (& λεκτικά, -ώς) - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
- λεκτικός (& λεκτικά, -ώς) - Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Βʹ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. (Αʹ έκδοση: 1998)