λελυμένος
Εμφάνιση
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]
Μετοχή
[επεξεργασία]λελυμένος, -η, -ον
- μετοχή μεσοπαθητικού παρακειμένου (λέλυμαι) του ρήματος λύω
Κατηγορίες:
- Μετοχές με κλίση 'λελυμένος' (αρχαία ελληνικά)
- Μετοχές 2ης&1ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Μετοχές που κλίνονται όπως το 'λελυμένος' (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Μετοχές (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Μετοχές μεσοπαθητικού παρακειμένου (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)