λεμονάδα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η λεμονάδα οι λεμονάδες
      γενική της λεμονάδας των λεμονάδων
    αιτιατική τη λεμονάδα τις λεμονάδες
     κλητική λεμονάδα λεμονάδες
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

λεμονάδα < λεμόνι

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

λεμονάδα θηλυκό

  • δροσιστικό ποτό από χυμό λεμονιού (με ή χωρίς ζάχαρη)
λεμονάδα από φυσικό χυμό / λεμονάδα με ανθρακικό
  • (συνεκδοχικά) το παραπάνω ποτό συσκευασμένο σε μπουκάλι ή μεταλλικό κουτί
ένα κασόνι λεμονάδες

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]