λεμονοστύφτης

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

ημιεπαγγελματικός μηχανικός λεμονοστείφτης
πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική λεμονοστύφτης λεμονοστύφτες
γενική λεμονοστύφτη λεμονοστυφτών
αιτιατική λεμονοστύφτη λεμονοστύφτες
κλητική λεμονοστύφτη λεμονοστύφτες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λεμονοστύφτης < λεμόν(ι) + -ο- + στύφτης

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /lε.mɔ.nɔˈsti.ftis/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

λεμονοστύφτης αρσενικό

Εναλλακτικές μορφές[επεξεργασία]

Ταυτόσημο[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • (οικείο) είσαι μάγκας, είσαι τσίφτης, είσαι και λεμονοστύφτης

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]