Μετάβαση στο περιεχόμενο

λεμούριος

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο λεμούριος οι λεμούριοι
      γενική του λεμούριου των λεμούριων
    αιτιατική τον λεμούριο τους λεμούριους
     κλητική λεμούριε λεμούριοι
Κατηγορία όπως «αντίλαλος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Λεμούριος.
Λεμούριος με ριγωτή ουρά.

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
λεμούριος < αγγλική lemur < λατινική lemures (πνεύματα της νύχτας)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

λεμούριος αρσενικό

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]
  • λεμούριος - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών.  (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)