λεμφαγγείωμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το λεμφαγγείωμα τα λεμφαγγειώματα
      γενική του λεμφαγγειώματος των λεμφαγγειωμάτων
    αιτιατική το λεμφαγγείωμα τα λεμφαγγειώματα
     κλητική λεμφαγγείωμα λεμφαγγειώματα
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

λεμφαγγείωμα < → λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

λεμφαγγείωμα ουδέτερο

  1. → λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί)


Μεταφράσεις[επεξεργασία]